Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

δεν ήμουν

"Δεν περιμέναμε ότι πρέπει να βγάλουμε φωτιά απ’ τις λέξεις, ότι πρέπει να περπατήσουμε ξανά μαζί σε χαμένες απεργίες, ότι πρέπει να ηττηθούμε όπως οι άλλοι, αυτοί που κάποτε θαυμάζαμε. Δεν περιμέναμε ότι η ζωή θα μας ζητήσει το λόγο."

Θα σε πετύχω τυχαία στο δρόμο. Καλησπέρα, τί κάνεις; Όλα καλά; Σκατά, τα ίδια, αντέχουμε. Θα περπατήσουμε μαζί.

Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις.

Δεν ήμουν φτιαγμένος να έρθω εδώ, να περπατήσω αυτούς τους δρόμους, να κοιτάξω αυτά τα πρόσωπα, να ζήσω αυτές τις μέρες.

Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια.

Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις και θα σκέφτεσαι τις φωτογραφίες κάποιων διακοπών, τότε που ήμαστε όλοι είκοσι και τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά. Τίποτα δεν έμπαινε ανάμεσα στον εαυτό και την επιθυμία.

Θα πεις. Ήμουν φτιαγμένος για εκείνη την μακρινή παραλία με την παράταιρη καντίνα, τις παγωμένες μπύρες και την πίτα κάτω απ’ το αρμυρίκι. Για αυτοσχέδιες συναυλίες, μυστήριες γυναίκες, σπιτικά ποτά, αγέραστα καφενεία και νυχτερινές μπάρες. Ήμουν φτιαγμένος για πρωινές βόλτες και σακούλες γεμάτες βιβλία. Για βραδινά μπάνια και κοφτές ντρίπλες.

Οι ώμοι μου ήταν φτιαγμένοι για ένα σακίδιο που θα ξυπνούσε στη μία μεριά του κόσμου και θα κοιμόταν στην άλλη. Τα δάχτυλά μου ήταν φτιαγμένα για να γράφω εξυπνακίστικες ιστορίες και εντυπώσεις από απερίγραπτα τοπία. Το στόμα μου ήταν φτιαγμένο για να γελάει με φριχτά ανέκδοτα και να πίνει (άλλο) ένα τελευταίο κονιάκ και να φιλάει εξωτικούς λαιμούς, ξαπλωμένα χέρια και σεντονένια πόδια.

Ήμουν φτιαγμένος να γνωρίσω τη δυστυχία του κόσμου ως μυθιστόρημα, κακιά ανάμνηση, μελαγχολική ταινία και δυσπρόφερτο πετίσιον.

Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.

Δεν περιμέναμε ότι πρέπει να βγάλουμε φωτιά απ’ τις λέξεις, ότι πρέπει να περπατήσουμε ξανά μαζί σε χαμένες απεργίες, ότι πρέπει να ηττηθούμε όπως οι άλλοι, αυτοί που κάποτε θαυμάζαμε. Δεν περιμέναμε ότι η ζωή θα μας ζητήσει το λόγο.

Και τώρα, μείναμε να περπατάμε ανάμεσα στα λυσσασμένα για αίμα θύματα . Ο χαλασμός παντού γύρω. Ίσως κάναμε λάθος, ίσως ήμαστε αφελείς, ίσως συνοψίσαμε το όνειρο σε ότι χωρούσε στην αγοραστική μας δύναμη.

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για αυτό, θα σου πω.

Ύστερα, θα κοιτάξουμε τριγύρω, τους δρόμους που περπατήσαμε. Την Καραγιώργη Σερβίας, την Αιόλου, την Αθηνάς απ’ την Ομόνοια ως την Πλάκα. Περιφερόμενοι μετανάστες, μικρομάγαζα, βιοτεχνίες, παπατζήδες, διάσημα εμπορικά καταστήματα, ξεχασμένες κόκκινες σημαίες, πρεζάκια στην Κλαυθμώνος, στένσιλ “welcome to the dark side”, δυο τρία μπαράκια που κάποτε παραήπιες, το τμήμα στην κάθετη της Κολολοτρώνη – περνάς και φτύνεις πάντα – , η πλατεία Συντάγματος γεμάτη κόσμο μπερδεμένο, μαλόξ στα μάτια στην Πανεπιστημίου, Δεκέμβριος 2008 καθισμένος στην άσφαλτο – δίπλα σου περνάει ένας και στο πλακάτ η Κούνεβα, την άλλη την πιάνουν ξαφνικά τα κλάματα – βόλτες στη Σωκράτους να δεις με τα ίδια σου τα μάτια, οι μαύρες σου μαυρίζουν την ψυχή, ένοχος γιατί μόλις βγήκες από το πάλαι ποτέ «σόουλ», πεταχτά φιλιά, μια γριά με αίματα και μάσκα σε κάποια διαδήλωση, το μεταξουργείο καθημερινή πρωί, μια ρακή στο Γιλμάζ στα Εξάρχεια, το παρκάκι απέναντι καθώς φτιαχνόταν, τα σουβλάκια των Κούρδων στην Κάνιγγος, ένας Πακιστανός που σου λέει ευχαριστώ σαν τρελός για ένα δίευρω. Κοιτάξαμε την πόλη μας, τους δρόμους που περπατήσαμε.

Θα γυρίσεις με ένα θυμό, όλο χαμόγελο, και το τσιγάρο στο στόμα και θα μου πεις, μη φοβάσαι ρε. Από δω και πέρα, δεν είμαστε φτιαγμένοι για να μας παγώνει ο φόβος. Από δω και πέρα είμαστε φτιαγμένοι για να ζήσουμε.

Από το καταπληκτικό tovytio.wordpress.com

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Λένγκω



Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά
κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με τυραννάς

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς
ρε μπάρμπα κάτσε να μας πεις μιά ιστορία
πως ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία
ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
τη κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
η μητέρα είπε ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ
τα άνθη στόλιζαν το αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου΄χεις φάει τη ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί

Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ΄τα κουρέλια του φαινότανε οι πληγές
κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
το όνειρο που φεύγει την τρομάζει
να αναζητάει μιά χαμένη ελευτεριά

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
πες μας πάλι τί ζητάς