Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

No pasaran

Νομίζω πως το καλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε ο ένας στον άλλο αυτό τον δύσκολο καιρό είναι μικρές, αθώες ελπίδες. Σαν αυτή που μου έκανε ο φίλος Χ2

Τον ευχαριστώ

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Δέκα Σονέτα του Έρωτα


10.

Χαίρε εσύ που κράτησες άσβεστη τη φλόγα
να μαίνεται άγρια η φωτιά που καίει ψυχές
χαίρε εσύ που κατοικείς στου πάθους τις σπηλιές
και στων μικρών των στεναγμών τα ρόδα

που ανθίζουν καταχείμωνο με πιπιλιές
σημάδια άγρια φιλιών στο σώμα
όπου άγγιξε το φλέγον στόμα
νύχτες που απασφαλίζονται οι στοές

και βγαίνουν άγριες, πρωτόγονες με φόρα
πανάρχαιων οργασμών κραυγές
ρόδα του πάθους κοφτερά κι ηλεκτροφόρα

χαίρε εσύ για των χειλιών σου τις γητειές
που ύψωσες το θέλω σου και ξέσπασε η μπόρα
χαίρε εσύ για της αγάπης που μου άναψες φωτιές

Human Planet


Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Την ένοχη βουβαμάρα της "αριστεράς"...

...Την διέκοψε με την εκκωφαντική δήλωση στήριξης του προς τον Καντάφι, ο Φιντέλ Κάστρο. Μία - μία  καταρρέουν οι νεανικές μας ψευδαισθήσεις...

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Μετανάστες: Στης ανάγκης τα θρανία ή με την ορμή της επιθυμίας;



Kανείς δεν γίνεται οικονομικός μετανάστης από «ανάγκη», αλλά μόνο από επιθυμία. Η ανάγκη ικανοποιείται με ελάχιστα, η επιθυμία όχι. Επιπλέον, η ανάγκη είναι ένστικτο επιβίωσης, άρα ενεργοποιεί μια παθητική και όχι ενεργητική συμπεριφορά. Γι αυτό στην Κατοχή ας πούμε, στα αστικά κέντρα, περισσότεροι πέθαναν από πείνα υπομένοντας καρτερικά την ανέχειά τους, από αυτούς που πήραν τα όπλα, αντιστάθηκαν, ή ακόμα έκλεψαν (π.χ. σαλταδόροι), για να επιζήσουν. Μόνο η επιθυμία είναι ικανή να πατήσει τον πυροκροτητή στην ψυχή του ανθρώπου. Είτε αυτή είναι επιθυμία για ελευθερία, είτε επιθυμία για ένα καλύτερο αύριο, είτε επιθυμία να βιώσει κανείς το όνειρο μιας ζωής γεμάτης απολαύσεις στις κοινωνίες της πλούσιας Δύσης. Οι άνθρωποι ξεσπιτώνονται (ή ξεσηκώνονται) γιατί έχουν όνειρα· γιατί επιθυμούν να ζήσουν καλύτερα κι όχι γιατί πεθαίνουν από την πείνα (είναι υπερβολικά σπάνιες αυτές οι περιπτώσεις), ή γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. (Δυο αιώνες περιμένει μάταια ο Κάρολος να ξεσηκωθούν οι προλετάριοι γιατί πίστευε ειλικρινά πως δεν έχουν παρά μόνο αλυσίδες, ενώ αυτοί ήταν και είναι γεμάτοι όνειρα και επιθυμίες!) Άρα η πράξη τους είναι απολύτως συνειδητή και ωθούμενη αποκλειστικά από τα όνειρα και τις επιθυμίες τους. Κι αυτό που τους οφείλουμε δεν είναι συμπόνια και οίκτος και φιλανθρωπία, αλλά σεβασμό και αναγνώριση του δικαιώματός τους να επιδιώξουν με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Και αυστηρότητα, για την τήρηση των κανόνων και τον σεβασμό προς τα ήθη και τις παραδόσεις των κοινωνιών που τους υποδέχονται.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Tarantella





Στη Σικελία και την Kαλαβρία, που το φαινόμενο της ξαφνικής έκστασης ήταν πολύ συνηθισμένο στους προηγούμενους αιώνες και αποδιδόταν στο τσίμπημα της αράχνης, τα θύματα υποχρεώνονταν να χορεύουν μέχρι εξαντλήσεως. Mόλις κάποιος παρουσίαζε συμπτώματα παροξυσμού, υπερκινητικότητας και υπερθέρμανσης, καλούσαν μια ορχήστρα και τον υποχρέωναν να χορεύει μέχρι να πέσει από την κούραση. Στη διάρκεια του χορού, που μπορούσε να κρατήσει μια ολόκληρη μέρα, οι ασθενείς έπεφταν σε ακόμα βαθύτερη κατάσταση έκστασης φτάνοντας στη λιποθυμία. Όταν ανακτούσαν τις αισθήσεις τους, είχαν αναρρώσει εντελώς. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, η αράχνη ταραντούλα έγινε αιτία να γεννηθεί η ταραντέλα, ένας εύθυμος χορός που συνοδεύεται κυρίως από τύμπανα, και μάλιστα ο Pοσίνι, ο Mέντελσον και ο Bέμπερ συνέθεσαν ειδική μουσική στο ρυθμό της. Aργότερα, βέβαια, αποκαλύφθηκε πως δεν έφταιγε η αράχνη ταραντούλα για τον ακούσιο εκστασιασμό, αλλά ένας μύκητας, η ερυσίβη, που προσβάλλει τα δημητριακά και έχει παρόμοιες συνέπειες με τα διάφορα ψυχοτρόπα φάρμακα.

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Γιατί η χούντα έχει πολλά πρόσωπα...

 ... και το χειρότερο ήταν πάντα το τυπικά "δημοκρατικό"

«Εντός των τειχών…

Μα να που τελικά κάποιες φορές ακόμη και τα πιο τραβηγμένα σενάρια γίνονται πραγματικότητα, μα να που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή προφυλακισμένη στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού επειδή ακριβώς κατείχα δημοσιευμένα έντυπα, επειδή είμαι αναρχική. Βεβαίως, το αρχικό κατηγορητήριο διευρύνθηκε, καθώς προστέθηκε το βαρύτατο αδίκημα της αναφοράς μου στους αναρχικούς φυλακισμένους ως πολιτικούς κρατούμενους. Αυτά είναι τα ευρήματα με τα οποία στοιχειοθετείται η απόφαση του συμβουλίου πλημμελειοδικών, τα μόνα στοιχεία με τα οποία με προφυλακίζουν. Δεν εκπλήσσομαι, απλά αναρωτιέμαι εάν αυτό που υφίσταμαι δεν είναι πολιτική δίωξη, τότε τι είναι; Ίσως, οι τόσες διώξεις συντρόφων με βάση μόνο τις σχέσεις και το φρόνημα τους, δεν είναι πολιτικές. Ίσως να είναι και η κράτηση υπόδικων σε φυλακές υψίστης ασφαλείας ή σε υπόγεια μπουντρούμια τυχαίο φαινόμενο και να μην σχετίζεται με την πολιτική ταυτότητα των έγκλειστων. Για να μην ξεχνάμε και το φαινόμενο μετατροπής πολιτικών δικών σε στρατοδικεία υπό ειδικές συνθήκες, ερήμην και με παρακράτηση ταυτοτήτων όσων παρακολουθούν…

Καλά, πλάκα μας κάνετε;

Η ίδια η εξουσία καταρρίπτει το δίπολο αθωότητας-ενοχής που τόσα χρόνια χρησιμοποίησε για να διαιρέσει το μέτωπο των αγωνιζόμενων σε καλούς και κακούς, νόμιμους και παράνομους. Πλέον, όλα σχετικοποιούνται, οι διαχωριστικές γραμμές γίνονται ρευστές και όλοι όσοι αντιστέκονται τοποθετούνται στην όχθη των ενόχων. Όλοι είναι εν δυνάμει έγκλειστοι στα φιλόξενα κελιά των ελληνικών φυλακών.

Δεν χρειάζεται πια το διαίρει και βασίλευε, η χούντα έχει γίνει πια απροκάλυπτη, ο κόσμος χωρίζεται ξανά σε δυο τμήματα. Σε καταπιεσμένους και κυρίαρχους.

Στα πλαίσια αυτά, δεν έχουν πια σημασία μόνο οι πράξεις αλλά και οι σκέψεις. Βιβλία και έντυπα κατηγοριοποιούνται ως επικίνδυνα και ας αναμένουμε τη νέα έκδοση του "index librorum prohibitorum" (λίστα απαγορευμένων βιβλίων της ιεράς εξέτασης). Ο αναρχικός- αντιεξουσιαστικός λόγος ποινικοποιείται και σίγουρα χρήζει σωφρονισμού, ως ανατρεπτικός. Γίνεται προσπάθεια φίμωσης και εξαφάνισης όχι μόνο των αγωνιζόμενων ανθρώπων αλλά και των σκέψεών και ιδανικών μας, των ιδεών των οποίων είναι φορείς τα γραπτά μας.

Όλα αυτά στο σήμερα είναι άκρως επικίνδυνα.

Επικίνδυνα, γιατί στην εποχή που έμελλε να ζήσουμε έχει κάνει την εμφάνισή του ο νέος φιλελεύθερος ολοκληρωτισμός, η τελείως μεταμοντέρνα και πάντα σοσιαλιστική χούντα.

Επικίνδυνα, καθώς τα κομμάτια του κόσμου που αντιστέκονται διευρύνονται, δικτυώνονται, αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα του πολύμορφου αγώνα.

Από τους αξιοπρεπείς κατοίκους της Κερατέας και των γύρω περιοχών, τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας που διεκδικούν το αυτονόητο όνειρο στη ζωή με πλήρη συνείδηση της τάξης τους, μέχρι τους απεργούς των ΜΜΜ και άλλων κλάδων που αρνούνται να δεχτούν τους εκβιασμούς της εργοδοσίας και το κίνημα πολιτικής ανυπακοής των ¨δεν πληρώνω¨ που τα μέλη του πλέων απειλούνται με φυλακίσεις. Αυτοί και πόσοι ακόμη, πόσοι ακόμη…

Η χούντα αυτή τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από τις προηγούμενες, καθώς έχει υιοθετήσει από αυτές την στρατιωτική υπεροχή με τις γρήγορες, ευέλικτες και πανταχού παρούσες δυνάμεις ¨ασφαλείας¨ και το ασφαλίτικο παρακράτος που κυκλοφορεί και οπλοφορεί με κουκούλες και χωρίς διακριτικά, ειδικευμένο στο κυνήγι και τον βασανισμό αγωνιστών, ειδικευμένο για να τρομοκρατεί αληθινά. Τρομοκράτες με νέες και παλιότερες μεθόδους, απαγωγές καταμεσής του δρόμου με κινηματογραφικά εφέ, δημοσιεύσεις φωτογραφιών πριν ακόμη κι από την απαγγελία των κατηγοριών (πρόσφατη περίπτωση του συντρόφου Κ. Σ στη Θεσσαλονίκη), εφεύρεση οργανώσεων δίχως όνομα και ενέργεια στο κατηγορητήριό τους, τρομονόμους με ειδικές διατάξεις, κι άλλους νόμους, κι άλλες φυλακίσεις.

Όλο αυτό το κλίμα συντηρείται και αναπαράγεται από τα μήντια που αναλαμβάνουν το ρόλο που το κράτος ποτέ δεν θα μπορούσε να διεκπεραιώσει από μόνο του. Με ψέματα και άλλα ψέματα, με εκπομπές για αδιάφορους διάσημους που απευθύνονται μόνο σε ηλίθιους και υποτιμούν την νοημοσύνη όσων παρακολουθούν, προσπαθούν από την μία να διασπάσουν και να τρομοκρατήσουν και από την άλλη να κρατήσουν ναρκωμένο και υποτελή σε ένα ευτελές όνειρο τον κόσμο.

Αυτή τη στιγμή λοιπόν, για τους παραπάνω λόγους η αλληλεγγύη ως βασική συνιστώσα συνένωσης του μετώπου των καταπιεσμένων, παίρνει ακόμη μεγαλύτερη αξία. Η αλληλεγγύη που σημαίνει εγγύτητα και όχι ταύτιση, αναγνώριση του κοινού τόπου της κατάστασης αγώνα. Η θεμελιώδης πολιτική αρετή της υψηλότερης κοινωνικής οργάνωσης σε συνδυασμό με την υπέρτατη ατομική πληρότητα.

Αγωνιστικούς χαιρετισμούς, την φιλία μου και την σκέψη μου σε όλους τους συντρόφους και φίλους εντός και εκτός των τειχών, γερά! Γιατί μέχρι το γκρέμισμα της τελευταίας φυλακής και την απόλυτη ελευθερία, κανείς δεν είναι ελεύθερος. Γιατί πάντοτε το πιο βαθύ σκοτάδι πέφτει πριν απ΄ το ξημέρωμα!

Fee Meyer
Κελί 35 β πτέρυγα
γυναικείων φυλακών κορυδαλλού».

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Ασχετοπαίδεια

"Μετεξέλιξη της Βυζαντινής λύρας με δοξάρι (lura) είναι οι σύγχρονες αχλαδόσχημες και φυαλόσχημες λύρες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας και παίζονται με δοξάρι. 
Ακουστικά, έχουν κάποια ομοιότητα με το βιολί. Διαφορετικός όμως είναι ο τρόπος που κρατείται η λύρα, καθώς δεν ακουμπάει το σκάφος της στον λαιμό/κάτω γνάθο του οργανοπαίκτη όπως το βιολί αλλά ακουμπάει συνήθως στο γόνατο του όταν είναι καθιστός, η στηρίζεται στην κοιλιακή χώρα όταν είναι όρθιος. Στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται κυρίως στην Κρήτη (αχλαδόσχημη), τα Δωδεκάνησα, (ιδιαίτερα στη Κάσο και την Κάρπαθο, ενώ στη Ρόδο παιζόταν μέχρι την δεκαετία του '60, για να επανεμφανιστεί πρόσφατα χάρη στην παρουσία του Ροδίτη Γιάννη Κλαδάκη), αλλά και στην βόρεια Ελλάδα. Οι Ρωμιοί της Πόλης είχαν την πολίτικη λύρα (αχλαδόσχημη) και τέλος οι Πόντιοι χρησιμοποιούν τη φυαλόσχημη λύρα που λέγεται κεμεντζές, ή ποντιακή λύρα." 

Πηγή: Βικιπαίδεια.

Άραγε η λύρα της Καλαβρίας τους ξέφυγε ή απλώς δεν έχουν ιδέα οι άνθρωποι;

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) V.

Η Ελλάς ως ιδέα, ήτο πάντοτε, είναι και θα συνεχίσει να είναι η ευγενεστέρα και πλέον αγαπητή. Μια ιδέα τόσον ισχυρή που κατόρθωσε όχι μόνον να εμπνεύσει την οικουμένην σε μίαν ιστορικήν στιγμήν κατά την οποίαν ο κόσμος εβρίσκετο προ αδιεξόδου, κυρίως πνευματικού αλλά και κοινωνικού και πολιτικού, αλλά είχε την δύναμιν, ερχόμενη από τα βάθη του χρόνου να αλλάξει τον κόσμον, να τον κάμει ευγενέστερον, και διατί όχι, καλλίτερον. Από την άλλη, η Ελλάς ως κράτος είναι το αρνητικόν της ίδιας της ιδέας της. Σχεδόν τίποτε από όσα εδημιούργησεν εις το παρελθόν και ενέπνευσαν τον σημερινόν κόσμον δεν κατάφερε μέχρι σήμερον να ενσωματώσει εις το σύγχρονον κράτος της, δια το οποίον οιοσδήποτε εξ υμών διαλογιζόμενος άνευ προκαταλήψεων εθνικών ή άλλων τινών, την σημερινήν του κατάστασιν, δεν δύναται παρά να αισθανθεί βαθείαν θλίψην. Η θλίψις αυτή γίνεται βαθυτέρα, την στιγμήν κατά την οποίαν ένας καθαρός νους προβάλλει εις το μέλλον την εικόναν του σημερινού κράτους. Εις τοιαύτην προβολήν δεν δύναται με όσην αισιοδοξίαν και αν οπλιστεί να δει παρά μόνον σκότος. 

Σήμερα εορτάζουμε μία μεγάλην και ιστορικήν νίκην. Εορτάζω κι εγώ όπως κάθε Έλλην έμπλεος χαράς και υπερηφάνειας κι όμως ανήσυχος όσον ποτέ. Η Ελλάς μαστίζεται από έναν ασίγαστον διχασμόν. Πράγματα που όφειλαν να την ενώνουν, όπως η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός της, την χωρίζουν! Οι πολιτικοί της είναι είτε ανίκανοι, είτε εντολοδόχοι αλλοτρίων συμφερόντων. Η χαρά της νίκης δεν μπορεί να επισκιάσει την απαισιοδοξίαν μου δια το μέλλον της χώρας. Είθε ο Θεός να με διαψεύσει.” 

Το απόσπασμα αυτό από τις σημειώσεις του Ευάγγελου Λεβαντή, το ανέγνωσε ο φιλόλογος και ερευνητής Βύρων Λεβαντής, στην κηδεία δύο αδελφών: του Νικόλαου Λεβαντή, δολοφονημένου σε μια ενέδρα του στρατού, κατά τη διάρκεια ενός ακόμα εμφυλίου πολέμου, από τον αδελφό του Γεώργιο, ο οποίος μόλις αναγνώρισε το θύμα, και αφού αγκάλιασε και έκλαψε το νεκρό σώμα του αδελφού του, έστρεψε το όπλο κατά πάνω του και αυτοκτόνησε. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που η οικογένεια βρέθηκε όλη μαζί, πάνω από τον ανοιχτό τάφο των δύο αδελφών. Ενός τάφου, που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σαν να ενταφίαζε και την οικογένεια, με την μακρόχρονη ιστορία της, μαζί με την χώρα. Εκεί, πάνω από τον τάφο δύο αδελφών, δύο θυμάτων ενός εμφυλίου που θα βύθιζε άλλη μια φορά στο σκοτάδι τη χώρα, γράφτηκε ο επίλογος μιας οικογένειας που ξεκίνησε από το όνειρο ενός νέου για μια άξια του ονόματος και της ιστορίας της ιδέα, για να τελειώσει μέσα σε έναν εφιάλτη.

Τέλος

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) IV.

Το επιθανάτιο χαμόγελο του Ευάγγελου Λεβαντή που σχηματίστηκε από τα τελευταία ευχάριστα νέα της νικηφόρας έκβασης του πολέμου του 1913 δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την ανησυχία του για τα τεκταινόμενα στη χώρα. “...έμπλεος χαράς και υπερηφάνειας” έγραφε τις τελευταίες μέρες του “κι όμως ανήσυχος όσον ποτέ. Η Ελλάς μαστίζεται από έναν ασίγαστον διχασμόν. Πράγματα που όφειλαν να την ενώνουν, όπως η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός της, την χωρίζουν! Οι πολιτικοί της είναι είτε ανίκανοι, είτε εντολοδόχοι αλλοτρίων συμφερόντων. Η χαρά της νίκης δεν μπορεί να επισκιάσει την απαισιοδοξίαν μου δια το μέλλον της χώρας.” Δυστυχώς, για αυτή την απαισιοδοξία του, που έγινε μάλιστα και επίκεντρο ειρωνικών σχολίων από τα μέλη της οικογένειας, που μέσα στη χαρά της νίκης δεν έβλεπαν παρά την “γεροντικήν μελαγχολίαν” που δεν άφηνε τον προπάτορα να γευτεί “ανόθευτον τον οίνον της χαράς” δεν άργησε καθόλου να επιβεβαιωθεί.

Αυτό το έθνος, που βίωσε έναν πρώτο εμφύλιο αμέσως μετά την ανεξαρτησία του, με τους ήρωες Καπεταναίους του να φαγώνονται μεταξύ τους, μετακινούμενοι πότε προς τους Φιλικούς και πότε προς τους Κοτζαμπάσηδες, έμελε να ζήσει και έναν διχασμό αμέσως μετά την πρώτη μεγάλη του νίκη, που ξεκίνησε με την παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους στη Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη και εν τέλει με την εκδίωξη του  ανεκδιήγητου Κωνσταντίνου Α΄ ύστερα από παρέμβαση των (ξένων) δυνάμεων της Αντάντ. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Ευάγγελου Λεβαντή, η οικογένεια έπαψε να χασκογελά με την “γεροντικήν μελαγχολίαν” του προπάτορα και άρχισε ανοήτως να θαυμάζει τις προφητικές του ικανότητες. Ακολουθώντας την ενδημική μυωπία του Έθνους, που δεν μπορούσε να δει δυο μέτρα μακριά από την μύτη του, χάθηκε κι αυτή μέσ’ τον μικρόκοσμο που δημιουργούσε η πολωτική πολιτική των δύο ηγεμονικών παρατάξεων και διχάστηκε.
  
Μέχρι το ’22, ημερομηνία ορόσημο για τη σύγχρονη ιστορία της, η χώρα θα ζήσει μια δεκαετία πολέμων που θα λήξουν άδοξα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, για να ακολουθήσει μια εικοσαετία, της πιο ανήσυχης ειρήνης που βίωσε ποτέ κράτος στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Πολιτική αστάθεια, ίντριγκες, δολοπλοκίες, οικονομικές ατασθαλίες και πραξικοπήματα επί πραξικοπημάτων, σημάδεψαν την περίοδο του ελληνικού μεσοπολέμου. Το έθνος διχασμένο όσο ποτέ πριν, εξαρτημένο όσο ποτέ πριν, οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια σε μια ακόμη τραγωδία. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα στις τραγωδίες, έπρεπε πριν να βιώσει τη χαρά άλλης μιας νίκης, να μεθύσει ακόμη μια φορά με την ψευδαίσθηση της δόξας, να βαπτιστεί μέσα στο φως ενός διάττοντος παγκόσμιου επαίνου, πριν βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι.

Στο μεταξύ η οικογένεια, μετά τον θάνατο του προπάτορα και της αγαπημένης του γυναίκας που τον ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα, είχε μετακομίσει σχεδόν στο σύνολό της στην Αθήνα. Έχοντας προβλέψει την εξέλιξη, με τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών και κατ’ επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην πρωτεύουσα, ο Ευάγγελος Λεβαντής είχε φροντίσει και αγοράσει τρεις μεγάλες κατοικίες στο ιστορικό κέντρο της πόλης, όπου και στέγασε την έδρα της εμπορικής επιχείρησης της οποίας ηγούνταν ο πρωτότοκος γιος του Ερρίκος, που ήταν κι ο πρώτος που μετακόμισε στην Αθήνα, ανοίγοντας το δρόμο για τους υπόλοιπους. Η κλασική διαδρομή των νέων μελών της οικογένειας ήταν Ζάκυνθος, Βενετία (για σπουδές) και μετά Αθήνα, όπου και  παρέμεναν εργαζόμενοι οι περισσότεροι στην οικογενειακή επιχείρηση. 

Εκεί, ξεριζωμένους απ’ το νησί τους στην Αθήνα, τους βρήκε αυτό το τεράστιο κύμα αυτοπεποίθησης, χαράς και περηφάνιας το ’40, εκεί και η ήττα, το σκοτάδι και η πείνα της γερμανικής κατοχής. Εκεί είδαν την όποια ευημερία τους να καταρρέει εν μία νυκτί, τα πολύτιμα αντικείμενα της οικογένειας να ανταλλάσσονται για λίγο λάδι, τα σπίτια και οι περιουσίες τους να περνάνε στα χέρια μαυραγοριτών (που λίγο αργότερα θα αποτελέσουν την μαγιά  της νέας, εκσυγχρονιστικής αστικής τάξης - τα ονόματα στα συμβόλαια αγοραπωλησιών είναι αδιάψευστα ντοκουμέντα - και των τραπεζιτών αυτού του κωμικοτραγικού κρατιδίου, για τη διάσωση των οποίων λίγες δεκαετίες αργότερα σύσσωμη η ελληνική κοινωνία θα αλυσοδεθεί στις τραγικές σελίδες ενός Μνημονίου εθελούσιας υποταγής στις νέες Δυνάμεις Κατοχής) για ένα κομμάτι ψωμί, συγγενείς και φίλους να πεθαίνουν από την πείνα, δυο μέλη της οικογένειας να βασανίζονται, ο ένας μέχρι θανάτου, από την Γκεστάπο· εκεί, στην Αθήνα, θα αντιμετωπίσουν άλλη μια φορά τα φίλα πυρά των συμμάχων που θέριζαν τα ανυπότακτα παιδιά “που τα είπαν αλήτες” και τον νέο Αυτοκράτορα Σκόμπυ να αποφασίζει για το σήμερα και το αύριο του προτεκτοράτου του, με τις δημοκρατικές μαριονέτες του Κέντρου και της Δεξιάς να χορεύουν στο ρυθμό της εθνικής σωτηρίας και την ανίκανη και λίγη ηγεσία της Αριστεράς να λιποτακτεί απέναντι στο ασήκωτο βάρος της Ιστορίας και τους ριψάσπιδες της Μέσης Ανατολής, με πρώτο και καλύτερο τον περιβόητο τυχοδιώκτη που αργότερα ονομάστηκε και Γέρος της Δημοκρατίας (ίνα πληρωθή άλλη μια φορά το ρηθέν πως την Ιστορία την γράφουν πάντα και σε κάθε εποχή πληρωμένες πένες που παρουσιάζονται με το βαρύγδουπο όνομα Ιστορικοί), να αναλαμβάνουν δράση “δια την σωτηρίαν της πατρίδος” - δηλαδή την διαιώνιση της υποτέλειάς της.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Το ξεβράκωμα

Αν υπάρχει κάτι το αδιαμφισβήτητα θετικό μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι του "Δεν πληρώνω-Δεν πληρώνω" είναι το υποχρεωτικό ξεβράκωμα των σπουδαιοφανών, ανατρεπτικών και προοδευτικών δημοσιογράφων-υπαλλήλων των υπερεργολάβων που, πιστοί στο "λειτούργημα της πληροφόρησης" εκδίδουν και κάνα δυο εφημερίδες και έχουν ανοίξει κι ένα δυο τηλεοπτικούς σταθμούς. Αυτές οι τσουχτερές πένες που έχουν άποψη επί παντός επιστητού, που ηθικολογούν ακόμα και όταν κλάνουν, πόσο  όμορφες είναι, έτσι υπέροχα εκτεθιμένες, υποχρεωμένες καθώς είναι να υπερασπίσουν τα συμφέροντα των εργοδοτών τους υπερεργολάβων! Και μόνο γι αυτό αξίζει ένα μπράβο στους "τζαμπατζήδες" του Ρέπα...  

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Ένα - δυο στιχάκια της ντροπής

1.
Και τώρα θα δηλώσω μιαν αγάπη
που τη λεν Ελλάδα
κι ας παρεξηγηθώ

2.
Ένα πολύτιμο κουρέλι 
είσαι Ελλάδα μου 
θα σε φορώ κι ας κρυώνω

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) III.

 ...........................................................................................................................

  “...διατί το καράβι ήχε δέκα μπουένται ημέραις φερμένο εις την Πάτρα. Αμά μας έγραψε, επίγα και το ήπα τ’ αυθέντι μου του σιορ Βενετάντου και δεν ήθελε να το αγρικήσει εις κανέναν μόδον δια να παν της στερίας, μόνον σαν δεν ήθελαι ήβρε χίλες πρόφασες, πος είναι εις την στράτα φόβος από τους Αρβανίτες, από το άλο χιμόνος καιρός, που να παν...”

“Ο Μεγαλειότατος Βασιλεύς της Ελλάδος και ο Μεγαλειότατος Βασιλεύς των Γάλλων, αναγνωρίσαντες ότι βελτιώσεις δύναται να εισαχθώσιν εις την μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας συστηθείσαν ήδη Ταχυδρομικήν υπηρεσίαν, και θέλοντες να δώσουν νέαν κίνησιν εις τας μεταξύ των δύο τούτων Επικρατειών σχέσεις, απεφάσισαν να παρεισάξωσι τοιαύτας δια συμβάσεως προσθέτου εις την ήδη γενομένην κατά την 2 Ιανουαρίου 1838, Ταχυδρομικήν Σύμβασιν.”


......................................................................................

Χάρη στον φιλόλογο και ερευνητή της οικογενειακής μας ιστορίας, Βύρωνα Λεβαντή, γνωρίζουμε πως ο Ευάγγελος Λεβαντής, έχοντας λάβει κλασική παιδεία, και διαθέτοντας καλή γνώση της αρχαίας ελληνικής, βοηθήθηκε στην εκμάθηση της νέας ελληνικής από οικοδιδάσκαλο στην Βενετία, πολύ πριν πάρει το δρόμο για τη Ζάκυνθο. Είναι δε αρκούντως τεκμηριωμένο, πως ο δάσκαλός του, κάποιος ονόματι Ιωνάς Μακρύς, υπήρξε μαθητής του Γεώργιου Γενάδιου. Ίσως τα παραπάνω εξηγούν γιατί, τόσο στο περιβόητο σημείωμα που άφησε στους οικείους του, όσο και στις διασωθείσες εμπορικές του και άλλες επιστολές, μπορεί κανείς να διαπιστώσει, όχι απλά την ευχέρεια γραφής, αλλά και μια περίεργη εμμονή που θα ταίριαζε περισσότερο σε λογοτέχνη ή φιλόλογο, να διαμορφώσει, θα έλεγε κανείς ένα ύφος, που ενώ απείχε κατά πολύ από την απλή γλώσσα που συναντάμε π.χ. σε εμπορικές επιστολές, όπως αυτή που παραθέτω στο πρώτο απόσπασμα από πάνω, απέχει ταυτόχρονα και από την επίσημη γλώσσα, δείγμα της οποίας παραθέτω ως άνω, από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του 1844. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενά του (που πληθαίνουν κατά την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου κατά τη διάρκεια του οποίου η οικονομική δραστηριότητα του νησιού - και της οικογένειας - δοκιμάζεται, αφού σταματά το εμπόριο και η ναυτιλία, ενώ ταυτόχρονα φουντώνει η επιδημία της χολέρας),  διαπιστώνει πως έγραφε με ένα δικό του ύφος που είχε ως χαρακτηριστικό την αρμονική σύζευξη της λεγόμενης καθαρεύουσας, με αυτή που μιλούσε και έγραφε ο απλός, εμπορικός κυρίως, κόσμος.

Η αγάπη και η έγνοια του προπάτορα για την γλώσσα, τον οδηγεί στην συμμετοχή στην “Εταιρεία των φιλοθεάτρων” της Ζακύνθου, όπου υποστηρίζει με πείσμα το ανέβασμα έργων γραμμένων στην ελληνική, καθώς και ξένων θεατρικών έργων σε μετάφραση, όπου και συνδέεται φιλικά με τον Λουδοβίκο Μαρτζώκη, διευθυντή του Teatro dei parnassian. Ο Βύρων Λεβαντής υποστηρίζει πως το γεγονός ότι κι εκείνος είχε φοιτήσει στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης   στη Βενετία για λίγο μόνο, καθώς δεν άντεξε την αυστηρότατη πειθαρχία του σχολείου,  ακριβώς όπως και ο Διονύσιος Σολωμός, με τον οποίο γνωρίστηκε μέσω του Ερμάννου Λούντζη, έφερε κοντά τους δύο άντρες, που συναντιόνταν κατά τη διάρκεια εμπορικών ταξιδιών του Ευάγγελου Λεβαντή στην Κέρκυρα. Φαίνεται, σημειώνει ο Βύρων Λεβαντής, πως στις σπάνιες, λόγω της απόστασης που τους χώριζε συναντήσεις τους, ο Διονύσιος Σολωμός απολάμβανε την συζήτηση με τον Ευάγγελο Λεβαντή στα ιταλικά, γλώσσα που πολύ αγαπούσε, εκτιμούσε και κατείχε καλύτερα από την ελληνική ο ποιητής, ενώ ο προπάτορας της οικογένειας απολάμβανε τα ιδιόρρυθμα για την εποχή ελληνικά του ποιητή, που τον βοηθούσαν σε μια δική του προσέγγιση της γλώσσας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ήταν φυσικό, ακολουθώντας τον γλωσσικό διχασμό του ελληνικού έθνους, να διχαστεί και η οικογένεια καθώς μέσα στους κόλπους της αναπτύχθηκαν εκτός από ένθερμους δημοτικιστές και εξίσου ένθερμοι καθαρευουσιάνοι. Με λάβαρο τον (και προσωπικό φίλο του παππού όπως φρόντιζαν να τονίζουν) Διονύσιο Σολωμό οι μεν, και τον επίσης Ζακυνθινό Ανδρέα Κάλβο (τον οποίο λάτρευε και μελετούσε ο παππούς όπως φρόντιζαν κι αυτοί να τονίζουν) οι δε, συνήθιζαν να ερίζουν σε κάθε οικογενειακή συγκέντρωση. Την κατάσταση επιδείνωνε και το γεγονός πως ενώ ο Ευάγγελος Λεβαντής εκδήλωνε την αγάπη του για τον Σολωμό, μελετούσε με περισσότερο πάθος τον Κάλβο, τις “γλωσσικές ακροβασίες” του οποίου ενστερνίζονταν - κάτι που αποδεικνύεται από τα γραπτά του, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο ερευνητής Βύρων Λεβαντής.

Ο γράφων δεν γνωρίζει αν υπήρξε στην ιστορία αντίστοιχο σε σφοδρότητα παράδειγμα διχασμού ενός έθνους για τη γλώσσα, με αυτή που πήρε το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα. Ωστόσο κρίνει πως είναι άξιο επισήμανσης το γεγονός, πως γράφοντας ο προπάτορας για τα γεγονότα που συνέβησαν το 1903 στην Αθήνα, (αναφέρομαι στα “Ορεστειακά”, όπου μια παράσταση της Ορέστειας στη δημοτική από το Εθνικό Θέατρο έγινε αιτία να ξεσπάσουν βίαιες κι  αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ δημοτικιστών και των γλωσσαμυντόρων του Γ. Μιστριώτη, με αποτέλεσμα το θάνατο δύο ανθρώπων, αναβιώνοντας τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί με τη μετάφραση της Αγίας Γραφής από τον Αλέξανδρο Πάλλη - τα περιβόητα “Ευαγγελικά”) όπου συνέβη να τραυματιστούν δυο μέλη της οικογένειας που βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα, αναφέρεται σε έναν “υποβόσκων εμφυλιοπολεμικό διχασμό που τυραννά από γενέσεώς του το ελληνικόν έθνος”, προβλέποντας τα γεγονότα που θα συμβούν μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του με την παροιμιώδη φράση του: “... πολύ φοβούμαι πως σε κάποια χρονικήν στιγμήν και συγκυρία τούτος ο υποβόσκων εμφυλιοπολεμικός διχασμός θα εξελιχθεί σε αληθινόν πόλεμον, κατά τον οποίον ο αδελφός θα φονεύει αδελφόν σε τούτο το όμορφον και ανώριμον, ωσάν βρέφος αγαπητόν και κακομαθημένον, Έθνος.”

Οι θεοί εισάκουσαν την προσευχή του να μη ζει να το δει να συμβαίνει. Κι ήταν από αυτή την άποψη τυχερός, αν φέρει κανείς στο νου εκείνη την αποφράδα ημέρα, κατά την οποία ο Γεώργιος Λεβαντής σημάδευε εν αγνοία του και πυροβολούσε τον αδελφό του Νικόλαο, σε εκείνο τον δυσπρόσιτο ορεινό όγκο, τον άγνωστο και αφιλόξενο τόπο, όπου βρέθηκαν να πολεμούν, “για ένα πουκάμισο αδειανό” τα δυο αδέλφια.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) II.

Οι πιο κοντινοί συγγενείς του Παντελή Βύρωνος, υποστήριξαν αργότερα πως η απόφασή του να πάει στη Επαναστατημένη Ρωσία το 1919 δεν ήταν άσχετη και με τα τότε τεκταινόμενα στη χώρα. Λένε δηλαδή πως η διαφαινόμενη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης να συμμετέχει στην πολεμική εκστρατεία των Συμμάχων κατά της Τουρκίας, έρχονταν σε σφοδρή σύγκρουση με τις πεποιθήσεις του, και καθώς ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία, έφυγε για να αποφύγει την εμπλοκή του σε έναν πόλεμο με τον οποίο διαφωνούσε. Δεν έκανε όμως το ίδιο ούτε ο αδελφός του Ευάγγελος Βύρωνος, ούτε και ο πρώτος εξάδελφός του Νίκος Λεβαντής, που σκοτώθηκαν κι οι δυο στο μέτωπο, στην πρώτη μάχη του Ινονού τον Ιανουάριο του ’21, ο πρώτος και ένα χρόνο αργότερα, ο δεύτερος. Ίσως και να πρόκειται για τη γνωστή ειρωνεία της τύχης, ή καλύτερα της Ιστορίας, το γεγονός πως ενώ ο ένας αδελφός βρίσκονταν στη Ρωσία, βοηθώντας την επιτυχία της (αποτυχημένης αργότερα) Επανάστασης, ο άλλος έπεφτε από τα πυρά των νεότουρκων του Μουσταφά Κεμάλ, τον αγώνα των οποίων υποστήριζε και ενίσχυε οικονομικά η επαναστατική κυβέρνηση της Ρωσίας* - κι ίσως η Ιστορία να ήθελε να τονίσει ακόμη περισσότερο αυτή την ειρωνεία, φροντίζοντας ώστε η χαμένη μάχη του Αυγούστου του 1922 κατά την οποία έχασε τη ζωή του ο Νικόλαος Λεβαντής, να ξεκινήσει από ένα κωμικοτραγικό συμβάν: την ξαφνική απώλεια από δάγκωμα πιθήκου του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρου του Α’ που είχε αρμονική συνεργασία με το Βενιζέλο - γεγονός που επέτεινε την πολιτική αστάθεια, που με τη σειρά της οδήγησε σε σειρά λανθασμένων ενεργειών, που κατέληξαν στην μεγάλη ήττα που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Μικρασιατική Καταστροφή. 

Η μεγάλη οικογένεια του Ευάγγελου Λεβαντή - ή Άντζελο Λεβάντε - γαλουχημένη με τις ιδέες του προπάτορα, δεν έμεινε ποτέ αμέτοχη στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της νεοσύστατης χώρας. Όλα τα μέλη της αναμίχθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πολιτική, κάποτε και σε αντίπαλα στρατόπεδα. Aν και στην μεγάλη της πλειοψηφία η οικογένεια συνδέθηκε με το Βενιζελικό κίνημα, από τις τάξεις της δεν έλειψαν ούτε οι φιλοβασιλικοί, με κορυφαίο τον Βασίλειο Καλιμανή, γιο της θυγατέρας του Ευάγγελου Λεβαντή Σταματίας, σύζυγο Ιωσήφ Καλιμανή, ο οποίος βρέθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού μεσοπολέμου πολύ κοντά στον Γεώργιο Κονδύλη. Εκτός από τον Παντελή Βύρωνος που όπως είδαμε δραστηριοποιήθηκε ενεργά στο εργατικό κίνημα, ένας ακόμα Λεβαντής, ο Αναστάσιος, που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και εργαζόταν στη μικρή βιοτεχνία της οικογένειας της Σεφαραδίτισσας μητρός του Ραχήλ, το γένος Ρόζενστάιν, μετέπειτα Ροζάκη, συναναστρεφόμενος τους νεαρούς Εβραίους της Θεσσαλονίκης ήρθε σε επαφή με το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ), για να ακολουθήσει αργότερα τον διαγραμμένο ιδρυτή του, Αβραάμ Μπεναρόγια ακολουθώντας κι εκείνος ανεξάρτητη πορεία στα πλαίσια πάντα του εργατικού κινήματος, για να εκτοπιστεί αργότερα από τους Γερμανούς, στους οποίους παραδόθηκε από την κυβέρνηση Μεταξά μαζί με άλλους 2000 κομουνιστές, σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και χάνονται οριστικά τα ίχνη του.

Ωστόσο, ο τραγικός επίλογος στην ιστορική διαδρομή της οικογένειας που ακολούθησε κατά πόδας όλη την ιστορική διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κράτους, θα γραφτεί λίγο αργότερα. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στον γράφοντα, είναι η διαύγεια με την οποία προείδε ο προπάτορας Ευάγγελος το μέλλον της αγαπημένης του πατρίδας, όταν έγραφε σε εκείνο το περιβόητο σημείωμα  (για το οποίο πολλά χρόνια αργότερα ο φιλόλογος και ερευνητής της οικογενειακής μας ιστορίας Βύρων Λεβαντής θα σχολιάσει το περίεργο και πρωτοπόρο για την εποχή ύφος της γραφής που είχε στοιχεία της σύγχρονης καθομιλουμένης): “εάν η Ελλάς δεν κατορθώσει, λίαν συντόμως, να απαλλαγεί εγκαίρως από τα δεσμά των ξένων δυνάμεων, θα απολέσει δια παντός το δικαίωμα της υπάρξεώς της ως ανεξάρτητον, αυτοτελές και δημοκρατικόν κράτος, ανταλλάσσοντας την υποτέλειάν της εις την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν με μιαν άλλην, ισχυροτέραν, καθ‘ ότι κεκαλυμένη και υπουλοτέρα.”

........................................................................................
*Στο σημείο αυτό θεωρώ απαραίτητο να σημειώσω πως ο Παντελής Βύρωνος, παρότι έτρεφε μια μεγάλη αγάπη για την πατρίδα και τον λαό του - μια αγάπη που είχε εμφυσήσει μέσα του ο παππούς του και την οποία απέδειξε έμπρακτα όταν αργότερα εναντιώθηκε όπως είδαμε στις αψυχολόγητες και κτηνώδεις εκκαθαρίσεις των εθνικών μειονοτήτων (μεταξύ των οποίων και η ελληνική μειονότητα του Καυκάσου), στις οποίες επιδόθηκε το σταλινικό καθεστώς - αυτή η αγάπη δεν τον εμπόδισε καθόλου να δει την “Μικρασιατική Εκστρατεία” ως μια τυχοδιωκτική κίνηση του ελληνικού κράτους, υποκινούμενη από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και να σταθεί απέναντι, υποστηρίζοντας τον “αγώνα ανεξαρτησίας” των νεότουρκων. Για το αν αυτή η επιλογή ήταν σωστή ή λανθασμένη, ερίζει χρόνια τώρα η οικογένεια, με τους μεν να εκθειάζουν το υψηλό αίσθημα δικαίου που τον διακατείχε και τους δε να τον κατατάσσουν στους προδότες του έθνους.

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) I.

Την 1η Ιανουαρίου του 1523 ένας στόλος από πενήντα σκάφη απέπλευσε από το λιμάνι της Ρόδου προς άγνωστη κατεύθυνση. Πάνω τους επέβαιναν οι εναπομείναντες από τους εφτά χιλιάδες άντρες  που με επικεφαλής τον μάγιστρο Φίλιππο Βιγιέρο αποτελούσαν το τάγμα των Ιπποτών της Ρόδου, καθώς και τέσσερις χιλιάδες Ρόδιοι οι οποίοι προτίμησαν να ακολουθήσουν τους ηττημένους ιππότες, φεύγοντας μακριά από το νησί που παραδόθηκε στα θηριώδη ένστικτα των νικηφόρων στρατευμάτων του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, που κατέφθασε με τετρακόσια πλοία και διακόσιους χιλιάδες άντρες και πολιόρκησε τους Ιωαννίτες για έξι ολόκληρους μήνες, πριν τους υποχρεώσει σε μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση και φυγή.

Σε πολύ άσχημη κατάσταση, μετά από την εξάμηνη πολιορκία και τις κακουχίες του ταξιδιού, κατέπλευσαν τελικώς στην Μεσσήνη της Σικελίας. Εκεί, ενώ οι Ιππότες του Βιγιέρου σπαράσσονταν από ίντριγκες και διχόνοιες, καθώς εκείνη την περίοδο είχε ξεσπάσει ο πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας και τα μέλη του Τάγματος ήταν κυρίως Γάλλοι και Ισπανοί, οι περισσότεροι από τους Ροδίτες σκόρπισαν σε διάφορα τμήματα της Σικελίας. Καθώς οι πλείστοι αυτών μετέφεραν μαζί τους κάποια, όχι και τόσο ευκαταφρόνητη περιουσία, κατάφεραν να εγκατασταθούν εκεί και σιγά-σιγά απορροφήθηκαν οριστικά από το ντόπιο και τόσο συγγενικό προς αυτούς πληθυσμό. Με τα χρόνια, οι περισσότεροι ξέχασαν την καταγωγή τους και σήμερα οι απόγονοί τους ούτε καν θυμούνται πως κάποτε οι πρόγονοι τους κατέφθασαν κυνηγημένοι από τις ορδές του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στο νησί τους, από την Ρόδο.

Σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, στις 21 Μαΐου του 1864, περίπου τρεις μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και του Βασιλείου της Ελλάδος, ανάμεσα σε αυτούς που πανηγύριζαν την ένωση της Ζακύνθου (και όλων των Επτανήσων) με την Ελλάδα, δεν συμπεριλαμβάνονταν ο Ευάγγελος Λεβαντής, ο οποίος με πικρία είχε ήδη προβλέψει πως τα όνειρα και οι ελπίδες του ίδιου και των συντρόφων του Ριζοσπαστών, που είχαν αγωνιστεί για μια ανατρεπτική και επαναστατική Ένωση με μιαν ανεξάρτητη και δημοκρατική Eλλάδα, θα προδίδονταν - μια πρόβλεψη που επαληθεύτηκε στις 5 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, οπότε το ΙΓ‘ Iόνιο Kοινοβούλιο υλοποίησε το σκοπό της σύγκλησής του, αποφασίζοντας πανηγυρικά την Ένωση με την Eλλάδα σε μία και αδιαίρετη πολιτεία υπό το συνταγματικό σκήπτρο του Γεωργίου A'.

Ο ίδιος άνθρωπος, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, εμπνευσμένος από την ελληνική επανάσταση,  και ακολουθώντας τα ίχνη της οικογένειας του πατέρα του, σε μια στιγμιαία παρόρμηση, διάβηκε τον μακρύ δρόμο που τον οδηγούσαν τα πολυκαιρισμένα έγγραφα που έλιωναν σε σκοτεινούς διαδρόμους παλαιών κτιρίων και βρέθηκε έκπληκτος να ταξιδεύει μέσα στις σελίδες κιτρινισμένων κρατικών εγγράφων, εμπορικών συμβολαίων και συμφωνητικών, από την Βενετία στην Νάπολη, από κει στην Μεσσήνη της Σικελίας και μετά στην Ρόδο, όπου τέλειωνε το δέντρο της οικογένειάς του και χάνονταν οι ρίζες του γένους του. Από εκείνη τη στιγμή μια λάμψη φώλιασε στα καταγάλανα μάτια του. Η λάμψη μιας περηφάνιας και μιας απόφασης. Αφού δήλωσε σε γνωστούς και φίλους, αγνώστους κι εχθρούς πως ο Άντζελο Λεβάντε δεν ήταν άλλος από τον μακρινό απόγονο ενός ωραίου Έλληνα, που με το όνομα  Ευάγγελος Λεβαντής σαλπάρισε την 1η Ιανουαρίου του 1523 μαζί με άλλους 3999 Ρόδιους για να γλιτώσει την οικογένειά του από τη σκλαβιά, άφησε την καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία και την ακμάζουσα εμπορική επιχείρηση της οικογένειας στην Βενετία στα χέρια του δευτερότοκου γιου και αδελφού του Ντελφίνο Λεβάντε και μετά από ένα μακρύ και επικίνδυνο για την εποχή ταξίδι, βρέθηκε στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο, όπου και επιδόθηκε σε έναν μακρύ και επίμονο αγώνα που είχε ως μοναδικό στόχο την επαναστατική και ανατρεπτική ένωση του νησιού και ολόκληρης της Επτανήσου με μια ανεξάρτητη και δημοκρατική Ελλάδα, άξια του μακρινού παρελθόντος της.

Ο ωραίος Ενετός, με τα μπλε μάτια και την βελούδινη φωνή, που διαλαλούσε με θέρμη και περηφάνια την ελληνική του καταγωγή, που απήγγειλε από μνήμης στίχους του Πινδάρου και  του Λουκιανού, μαζί με ολόκληρα αποσπάσματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και μάγεψε με τα μάτια και το λαούτο του τις ωραίες Ζακυνθινές, έγινε μέγας καρδιοκατακτητής, εραστής κι επαναστάτης, ώσπου στα σαρανταπέντε του έχασε πλήρως τα λογικά του τη στιγμή που γνώρισε την δεκαπεντάχρονη Αικατερίνη Βάδεν, πανέμορφη κόρη του εμπόρου Εμμανουήλ Βάδεν που ποθούσαν όλοι οι άντρες του νησιού, μερικών γυναικών μη εξαιρουμένων, και αλυσοδέθηκε οικειοθελώς μαζί της με τα δεσμά του γάμου, από τον οποίο απέκτησε εφτά θυγατέρες και τρεις γιους. Οι ωραίοι, αλλά και σκληροί θεοί της Ελλάδας του χάρισαν χρόνια πολλά, ώστε κατά τη διάρκεια των εκατόν δύο χρόνων που έζησε σε αυτή τη γη να γευτεί πολλές χαρές, εξ ίσου πολλές πίκρες, αλλά και την ανάμικτη πόνου και μεγάλης περηφάνιας εμπειρία να θάψει τον αγαπημένο του γιο, ως ήρωα εθελοντή που ηγούνταν των ελληνικών ομάδων της Επτανήσου που συνέδραμαν τους εξεγερθέντες Έλληνες της Κρήτης, το 1896, ένα χρόνο πριν το “Μαύρο 97” και την ταπεινωτική ήττα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.     

Ο Ευάγγελος Λεβαντής, πρόγονος εκ μητρός του γράφοντος, έκλεισε τα μάτια του με ένα πλατύ ευχαριστημένο χαμόγελο, αφού πρόλαβε να λάβει τα νέα της νικηφόρας έκβασης του πολέμου και την επικύρωση του διπλασιασμού της Ελλάδας από τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 17 Μαίου του 1913. Πέθανε στις 25 Μαίου του ίδιου έτους, αφήνοντας ένα σημείωμα στους γιους και τις θυγατέρες του, τα δεκατέσσερα εγγόνια του και τα οκτώ του δισέγγονα, όπου εξηγούσε πως το όνειρο που έζησε αυτά τα περιπετειώδη εκατόν δύο χρόνια, θα ολοκληρώνονταν όταν η αγαπημένη του πατρίδα που ανακάλυψε αρκετά μεγάλος για να την αγαπήσει “με πλήρην ωριμότηταν και με απόλυτον συνείδησην, αυτής της αγάπης”, θα γίνονταν πλέον ένα μεγάλο, ανεξάρτητο, δημοκρατικό κράτος, κατ’ εικόνα και ομοίωση του υπέροχου παρελθόντος της, ακολουθώντας τα βήματα “του συγχρόνου συνεχιστή εκείνης της λαμπράς περιόδου, τουτέστιν, της Γαλλικής Επαναστάσεως”.

Έξι χρόνια αργότερα, ο εγγονός του Παντελής Βύρωνος, γιος της θυγατρός του Ευριδίκης, στάθηκε  μπροστά στον τάφο του παππού Ευάγγελου πριν καλά-καλά χαράξει και του εκμυστηρεύτηκε πως ακολουθώντας τα βήματα του, ξεκινούσε κι εκείνος κρυφά το μεγάλο, ωραίο και επικίνδυνο ταξίδι του προς μια άλλη, καινούργια πατρίδα, που άνοιγε τις αγκάλες της στους απάτριδες όλου του κόσμου, στην καρδιά της ρωσικής στέπας.  Στις 21 Οκτωβρίου του 1919, ο εγγονός του ωραίου Ενετού, ακολουθώντας το περιπετειώδες και τυχοδιωκτικό ένστικτο του γένους του,  μπαρκάριζε κρυφά σε ένα σαπιοκάραβο που θα διέσχιζε τη Μαύρη Θάλασσα με προορισμό τη γη της δικής του Επαγγελίας, την Αγία Πετρούπολη και τη φωτιά μιας άλλης, εντελώς καινούργιας κι ελπιδοφόρας επανάστασης. Κανείς, ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να φανταστεί πως οι θεοί του παππού του θα τον εγκατέλειπαν στο τέλος της κρίσιμης πενταετίας μεταξύ 1936-1938 που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η εποχή της Μεγάλης Εκκαθάρισης και θα τέλειωνε άδοξα τη δική του εποποιία, δολοφονημένος από το χέρι των ίδιων των συντρόφων του, για να δικαιώσει άλλη μια φορά αυτό το περίεργο πεπρωμένο που θέλει κάθε μεγάλη επανάσταση να συντρίβεται κάτω από την αδυναμία των ίδιων ανθρώπων που επιτέλεσαν το μέγιστο, υπεράνθρωπο έργο της ίδιας της Επανάστασης, να την συντηρήσουν και να την οδηγήσουν στην ολοκλήρωσή της. Η επιμονή με την οποία υπερασπίστηκε τους Έλληνες Πόντιους και η λυσσώδης αντίθεσή του με τις εκκαθαρίσεις στις οποίες προχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση, καθώς και η συμπόρευσή του με τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ, του χάρισαν το στίγμα του εχθρού της επανάστασης και έναν ταπεινωτικό θάνατο. Άφησε την τελευταία του πνοή μακριά από την πατρίδα του, οικτρά απογοητευμένος από το ίδιο του το όνειρο.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Φωτογραφική περιγραφή μιας ευτυχίας

Το ιδεώδες απόγευμα
το απαλό αεράκι και η κουρτίνα
το δροσερό σεντόνι και το πόδι σου
η ανάμνηση του σώματος
σε ανορθόδοξη στάση
και η αλμύρα παντού.
Ύστερα το στήθος και η ρώγα σου
το σημάδι της βίας μου στους γλουτούς σου
το ρόδο χυμώδες, κατακόκκινο
αυτή η χυδαία γύμνια σου με τόση αγιότητα
ήχος της θάλασσας και στιγμιαίοι ουρανοί
στο ανοιγόκλεισμα της κουρτίνας
και η συμφωνική των τζιτζικιών

Στο βάθος του ορίζοντα το πλοίο που χάσαμε
και η γλυκιά αίσθηση της παρανομίας μας
απέναντι στο νόμο της επιστροφής

Τέλος, η αναμενόμενη απόλυση
που την γιορτάσαμε με άλλες δέκα μέρες στο νησί

Προδότρα γέννα


Αυτό που με κάνει να σωπαίνω

είναι ο σεβασμός στο χάος
προπάτορας εξέγερσης κι οδύνη
μιας νέας γέννας
από τους θλιβερά φτωχούς
απόγονους σκλάβων που θρυμμάτισαν
τα μπράτσα τους, τα γόνατά τους, τις καρδιές τους
για να δοξαστεί ένας Τουταγχαμών, ένας Ραμσής
ή ένας Μέμνωνας

Είναι η θλίψη μιας επίγνωσης

Γιατί κι εμείς και άλλοι, κι άλλοι
παρόμοια όνειρα
σε δρόμους με ερπύστριες
και μυδραλιοβόλα
ελπίδες όμοιες αρχαίων στεναγμών
κυοφορήσαμε

Κι όση ελπίδα
κι όση προσμονή στην κύηση
τόσο προδότρα ήταν πάντα η γέννα