Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Επανάληψη

Σημειώσεις σε τσιγαρόχαρτο VI.


Στέγη του νου μου


Κάτω απ’ το σκέπασμα της νύχτας
το απαλό σεντόνι τ' ουρανού
κυματίζει λευκό στα πόδια της πανσέληνου.

Δεν θέλω τίποτα περισσότερο
λίγο σκοτάδι μόνο κι ερημιά
για να σε συναντήσω
σοφή και άστοργη αιωνιότητα -
στέγη του νου μου


Αδιέξοδο

Λίγα βήματα πιο κει
απ’ τον λαβύρινθο της πόλης
καραδοκεί ο κόσμος.

Κι εσύ σκαλίζεις αυτάρεσκα
την εικόνα σου στους τοίχους
στα επιβλητικά μέγαρα και τις λεωφόρους
κι ύστερα ανακαλύπτεις έκπληκτος
το αδιέξοδό σου


Συναισθητική διόραση

Όσο κι αν φέξεις
όσο βαθιά κι αν ρίξεις προβολείς
το άπειρο σπήλαιο θα σου φανερωθεί
μόνο σαν συμφιλιωθείς με το σκοτάδι.


Μύθοι

Η αλήθεια δεν είναι ιστορικό πρόσωπο.
Μια φευγαλέα, μυθική μορφή είναι
μια στιγμιαία έμπνευση
μια μακρινή βοή
στην άκρη, άκρη της σιωπής

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα!


Ο Έλλην (Κύπριος) Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε: «Οποιος επιδιώξει να εκμεταλλευτεί τα εθνικά θέματα για πολιτικό παιχνίδι στο εξωτερικό θα με βρει απέναντι» και «Ασκούµε δυναµική εξωτερική πολιτική, µε µεγαλύτερη κινητικότητα και θάρρος...».

Τα ακούει ο Νταβούτογλου, βλέπει κι αυτή την αποφασιστικότητα στο βλέμμα, και τρέμει!!!


Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ένα σύμπαν εχθρικό, υπερβολικά ανθρώπινο


Κάθε μεγάλη πόλη είναι ένα σύμπαν τόσο υπερβολικά ανθρώπινο, που καταντά εχθρικό για τον άνθρωπο. Η πόλη σε απομακρύνει και σε αποξενώνει από τον άνθρωπο, ενώ ταυτόχρονα σε κρατά όμηρο του ανθρώπινου. Εδώ χάνεις τον άνθρωπο-πρόσωπο, πολιορκημένος παρόλα αυτά από την αναπόδραστη παρουσία του ανθρώπου-μάζα. Ενώ σου αφαιρεί κάθε δυνατότητα για ουσιαστική επαφή με τον άλλο, ταυτόχρονα δεν σου επιτρέπει να αποδράσεις ποτέ απ’ αυτόν. Σαν να βιώνεις καθημερινά την κόλαση του Σαρτρ: “Huis clos”. Το χωριό πάλι, σε φέρνει πιο κοντά στον άνθρωπο μέσα από μια αρμονικά ρυθμισμένη δυνατότητα επιλογής μεταξύ επαφής και απομάκρυνσης:   μπορείς μια νύχτα, ας πούμε, να βγεις δυο βήματα πιο κει και να χαθείς στο βάθος του έναστρου ουρανού, να δοθείς στο ψυχεδελικό του αγκάλιασμα και να βιώσεις μια άνευ προηγουμένου, κοσμικής διάστασης μοναξιά, μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, ή να χτυπήσεις την πόρτα του γείτονα και να χουχουλιάσεις μέσ‘ τις ζεστές κουβέντες και το γλυκό νανούρισμα της ζιβανίας. Η εμπειρία της απόκοσμης μοναχικότητας μέσα στο σύμπαν, που μόνο ένας κόσμος που δεν πολιορκείται από το ανθρώπινο μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο, δημιουργεί την ανάγκη μιας πιο ουσιαστικής επαφής με τον άλλο.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

O Φράχτης

Φυσικά δεν είναι ο φράχτης που επιθυμεί να υψώσει η σοσιαλιστική μας κυβέρνηση στον Έβρο το πραγματικό πρόβλημα, αλλά οι φράχτες, ιδεολογικοί και μη που έχουμε υψώσει όλοι στο μυαλό μας, που μας απαγορεύουν να κάνουμε αυτό το μικρό βήμα που χωρίζει τον υποκειμενικό μας ψευδόκοσμο από την πραγματικότητα. Αυτός ο φράχτης που εμποδίζει τους μεν να δουν πως οι μετανάστες στην Ελλάδα δεν είναι οι θύτες σε αυτό το έγκλημα που συντελείται στην ελληνική επικράτεια, αλλά τα θύματα. (Όχι όμως τα θύματα ενός αόριστου και απλησίαστου παγκόσμιου συστήματος που μας παρουσιάζει με τέτοιο τρόπο η Αριστερά που μας κάνει να νιώθουμε λες και θέλει να μας βάλει να παλέψουμε ολομόναχοι και με γυμνά χέρια ενάντια σε αυτό το ασύλληπτο τέρας, αλλά τα θύματα μιας συγκεκριμένης, ανίκανης να διαχειριστεί το πρόβλημα πολιτείας). Αυτός ο φράχτης που εμποδίζει τους δε να καταλάβουν επίσης πως ο “εχθρός” δεν είναι ο τρομοκρατημένος υπήκοος (δεν χρησιμοποιώ εσκεμμένα τον όρο πολίτης) αυτής της πολιτείας που εξεγείρεται ενάντια στον παράνομο μετανάστη, αλλά είναι κι αυτός επίσης θύμα της ανίκανης πολιτείας που διοικείται από ανεπαρκέστατους, για να χρησιμοποιήσω τον πιο ήπιο χαρακτηρισμό που δύναμαι, μάνατζερ (δε χρησιμοποιώ εσκεμμένα τον όρο πολιτικός) και εγκάθετους.

Το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης στην Ελλάδα είναι υπαρκτό, είναι τεράστιο - και το χειρότερο, είναι ένα πρόβλημα που διογκώνεται με τρομακτικούς ρυθμούς. Επίσης είναι αλήθεια πως κάποιες γειτονιές, ή περιοχές της χώρας το βιώνουν με την ίδια ένταση που θα βίωναν μια έκρηξη ηφαιστείου, βλέποντας δηλαδή την καθημερινότητά τους να καταρρέει και να βυθίζεται στην απόγνωση καθώς ζουν μέσα στη δίνη αυτής της ηφαιστειακής λάβας που εξαπλώνεται επικίνδυνα προς όλες τις κατευθύνσεις. Μιλάμε για ολόκληρες γειτονιές που βιώνουν καθημερινά την αθλιότητα και την άμεσα συνδεδεμένη με αυτή εγκληματικότητα που εκτινάσσεται στα ύψη. Σε αυτές τις γειτονιές ζουν άνθρωποι με τις οικογένειές τους, συγκεκριμένοι άνθρωποι και όχι σκιές, που βλέπουν καθημερινά τις περιουσίες τους να εξατμίζονται καθώς οι γειτονιές τους ραγδαία υποβαθμίζονται, που ζουν καθημερινά με τον φόβο, που αγωνιούν μέχρι να μαζευτεί και το τελευταίο μέλος της οικογένειάς τους στο σπίτι τους, που πολλοί απ’ αυτούς είναι άνεργοι και που βιώνουν καθημερινά γύρω τους, την οδύνη μιας εξαθλίωσης που οι περισσότεροι από μας την έχουν διαβάσει μόνο σε μυθιστορήματα, ή την είδαμε πρόσφατα στο slum dog millionaire.

Φυσικά όταν η Αριστερά επιμένει πως το πρόβλημα της μετανάστευσης είναι ένα πρόβλημα που γεννά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει μαζί της. Όταν όμως λέει πως το πρόβλημα αυτό δεν θα λυθεί για την Ελλάδα αν δεν καταργηθούν οι αιτίες που το γεννούν, δημιουργεί με μια μόνη κίνηση δυο λανθασμένες αντιδράσεις. Από τη μια αθωώνει με μιας το ανίκανο ελληνικό κράτος, (που είναι ο κυρίως και μοναδικός και απόλυτος υπεύθυνος για το πρόβλημα στην Ελλάδα σήμερα, εδώ, τώρα!) κι από την άλλη δίνει την εντύπωση ενός άλυτου προβλήματος. Και τα δυο αυτά έχουν ως αποτέλεσμα από τη μια να στερούν την ελπίδα για λύση από τον κόσμο που βιώνει το πρόβλημα εδώ και τώρα (ποιος στα αλήθεια μπορεί να στηριχτεί σε μια ελπίδα τόσο μακρινή και άπιαστη όπως αυτή της ανατροπής του συστήματος που παράγει το πρόβλημα όταν την ίδια ώρα καίγεται το σπίτι του; ) και από την άλλη, το πιο σημαντικό, τυφλώνει έναν κόσμο που πιθανόν την παρακολουθεί, αφού του αφαιρεί τη δυνατότητα να στοχεύσει ξεκάθαρα στον πραγματικό υπαίτιο για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, που όπως ήδη έχουμε αναφέρει δεν είναι άλλος από το ανίκανο ελληνικό κράτος και τους κοπρίτες που το διοικούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι μεν, τυφλωμένοι να στρέφονται κατά των μεταναστών και οι δε, κατά αυτών που στρέφονται κατά των μεταναστών. Κάπου στη γωνιά, οι σαλτιμπάγκοι που έπρεπε να κάνουν τον κόσμο να γελά και να τους παίρνει με τις πέτρες και τις ντομάτες, κάθονται στις κερκίδες, δηλαδή στο απυρόβλητο αυτού του θεάτρου του παραλόγου και χαμογελούν ασφαλείς και γεμάτοι ικανοποίηση. Όσο οι “ρατσιστές” κυνηγούν τους μετανάστες και οι “αντιρατσιστές” κυνηγούν τους “ρατσιστές”, αυτοί είναι σίγουροι πως θα συνεχίσουν το γλέντι της εξουσίας ανενόχλητοι.           

Και αν κανείς, κάνοντας μια υπεράνθρωπη προσπάθεια μπορέσει ίσως να καταλάβει, έστω και με μεγάλη, με τεράστια δυσκολία τον τυφλωμένο από τον φόβο, την απελπισία και την έλλειψη ελπίδας και προοπτικής που ξεσπά στο θύμα/μετανάστη, αντί να κάψει στην πυρά τον θύτη, πώς μπορεί να καταλάβει εκείνον που δεν αντιδρά από φόβο και απελπισία, αλλά από άποψη και θέση και αντί να συγκεντρωθεί επί παραδείγματι έξω από το υπουργείο εργασίας, το Μαξίμου, το εσωτερικών και δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο υπουργείο ή υπηρεσία και να τα πυρπολήσει κυριολεκτικά, συγκεντρώνεται ενάντια στα τυφλωμένα θύματα δημιουργώντας μια γελοία και ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αντιπαράθεση κάτι σαν την μονομαχία του “καλού” με το “κακό” και το άσχημο; Ποιον ωφελεί αλήθεια αυτή η παρωδία των γουέστερν που παίζεται κάθε τρεις και λίγο στον Άγιο Παντελεήμονα μεταξύ “ρατσιστών” και “αντιρατσιστών”, αν όχι την ανίκανη να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα κυβέρνηση που μένει έτσι έξω από το κάδρο, την φαιδρότητα της ελληνικής πολιτείας η οποία λησμονείται στο “πεδίο των μαχών” και φυσικά τα φασιστοειδή της χρυσής αυγής και του ΛΑΟΣ που αντλούν οπαδούς και πρόθυμους απελπισμένους, ωτακουστές των απαράδεκτων παραληρημάτων τους και την ένταση που τόσο πολύ επιδιώκουν και επιθυμούν;

O φράχτης στον Έβρο είναι ένα ελάχιστο τίποτα μπροστά στα τεράστια τείχη που υψώσαμε μέσα μας και μας αφαιρούν τη δυνατότητα να δούμε λίγο πιο κει από τη μύτη μας - και οι μεν και οι δε. Τη λύση στο πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης δεν θα τη φέρουμε κραυγάζοντας για την απανθρωπιά του φράχτη ή του συστήματος, για να μας ακούσουν όλοι όσοι δεν μας προσέχουν αρκετά και να δουν πόσο υπέροχα φιλάνθρωποι είμαστε. Η λύση θα έρθει όταν ρίξουμε επιτέλους τους δικούς μας φράχτες και στρέψουμε επιτέλους τη ματιά μας, την ορμή μας, την οργή και γιατί όχι, την απελπισία τη δική μας και των θυμάτων και των δύο πλευρών, όχι ενάντια σε ένα αόριστο και ακατανόητο σύστημα, αλλά κατά του μοναδικού υπεύθυνου για την σημερινή απαράδεκτη κατάσταση στη συγκεκριμένη χώρα - τη χώρα μας: κατά του ελληνικού κράτους και κατά όλων όσων άφησαν το πρόβλημα να διογκωθεί μένοντας ως συνήθως άπραγοι. Όταν θα απαιτήσουμε δυναμικά και ανυποχώρητα από το ελληνικό κράτος να λειτουργήσει επιτέλους σαν ευνομούμενο κράτος τόσο προς τους πολίτες του, όσο και προς τους μετανάστες, ενώ ταυτόχρονα θα απαιτεί “επί ποινή άμεσης ανυπακοής” την άμεση, αμεσότατη αναθεώρηση του Δουβλίνου Δύο - χθες! Όταν θα απαιτήσουμε δυναμικά και ανυποχώρητα να δημιουργηθούν εδώ και τώρα οργανωμένα κέντρα υποδοχής που θα παρέχουν άμεση βοήθεια στους ανθρώπους που ζητούν την βοήθειά μας και θα τους διοχετεύουν ορθολογιστικά και για ελάχιστο χρονικό διάστημα σε διάφορα τμήματα της χώρας μέχρι να προωθηθούν με ή χωρίς την έγκριση της ΕΕ στις χώρες που οι ίδιοι επιθυμούν. Όταν θα λειτουργήσει επιτέλους σωστά και με ταχύτατους ρυθμούς η διαδικασία χορήγησης ασύλου.

Με λίγα λόγια, όταν μάθουμε επιτέλους να λειτουργούμε σαν πολίτες που έχουν απαιτήσεις από την πολιτεία και τις διεκδικούμε δυναμικά και όταν πείσουμε επί ποινή εξαφάνισης από το πολιτικό γίγνεσθαι του τόπου όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά κόμματα πως είμαστε σκεπτόμενοι πολίτες που απαιτούν να τους παρουσιάζουν ολοκληρωμένα σχέδια αντιμετώπισης των προβλημάτων και όχι οπαδοί που εκτονωνόμαστε με συνθήματα, με  άνευ περιεχομένου συγκεντρώσεις και οπαδικές αντισυγκεντρώσεις.  

Κάπου, σε εκείνη την χρονική στιγμή, έχοντας τακτοποιήσει τα του οίκου μας, όπως απαιτούσαν πάντα οι μεγάλοι στοχαστές και θεωρητικοί που σημάδεψαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τη σκέψη μας, θα μπορούμε πια να συνεισφέρουμε ουσιαστικά και με μια άλλη δυναμική στο παγκόσμιο όραμα της εξάλειψης των αιτιών που γεννούν τους πολέμους, τη φτώχεια, την ανέχεια, την απελπισία που ξεσπιτώνουν ανθρώπους και τους οδηγούν σε αυτή την ταπεινωτική και απάνθρωπη εξαθλίωση. Κι ίσως τότε να μπορούμε να αρχίσουμε να ονειρευόμαστε και μια ζωή χωρίς φράχτες εκτός και εντός μας.

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Δηλαδή δεν είναι κοπρίτες;


Η γνωστή φράση του παχύδερμου περί κοπριτών δημοσίων υπαλλήλων λειτούργησε όπως λειτουργεί ο γνωστός Μπουμπούκος της ακροδεξιάς όταν επιτίθεται κατά των μεταναστών. Δηλαδή εξαγνιστικά.  Ενώ ας πούμε όλοι συμφωνούμε πως η παράνομη μετανάστευση είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, που ζητά άμεσες και επείγουσες λύσεις, μόλις πιάνει το θέμα στο στόμα του ο ανεκδιήγητος τηλεμαρκετοπώλης, ενστικτωδώς σχεδόν κατανοούμε πως η όποια λύση ξεβραστεί από το στόμα του θα είναι πολύ χειρότερη από το ίδιο το πρόβλημα κι έτσι παίρνουμε αμέσως το μέρος των μεταναστών χωρίς πολύ-πολύ σκέψη.  Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, επειδή ό Αρχικοπρίτης στράφηκε εναντίον των μικροκοπριτών όλοι, όπως ήταν φυσικό, πήραμε το μέρος τους. Ενώ κατά βάθος όλοι αναγνωρίζουμε την αλήθεια - πως το μεγαλύτερο ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων είναι όντως κοπρίτες - η προσπάθεια του Αρχικοπρίτη να κρύψει τη δική του πολύ μεγαλύτερη καμπούρα (μεγαλύτερη όχι μόνο λόγω σωματότυπου φυσικά) δείχνοντας την καμπούρα των άλλων, μας έκανε να την παραβλέψουμε (την αλήθεια) προκειμένου να υπερασπιστούμε αυτούς που χρόνια τώρα κάνουν τη ζωή μας δύσκολη και μίζερη κάθε φορά που η αναίσθητη και κακή κι ανάποδή μας μοίρα μας σπρώχνει στα χέρια τους - είτε στην εφορία είναι αυτό, είτε στα υποθηκοφυλακεία, είτε στα στρατολογικά γραφεία, στις πολεοδομίες, στα δημόσια νοσοκομεία, στα ΙΚΑ, στους Δήμους, στις Κοινότητες, στα σ‘ είπα και στα μ‘ είπα...

Γιατί η αλήθεια είναι πως όντως είναι κοπρίτες. Κοπρίτες, που στις πιο τραβηγμένες περιπτώσεις είναι και σαδιστές κοπρίτες. Κοπρόσκυλα που βγάζουν όλη τη μίζερη και κακή τους φύση μέσα στη χαρά που νιώθουν να μειώνουν και να βασανίζουν γεροντάκια (βλέπε ΙΚΑ) και ανήμπορους πολίτες. Κοπρίτες, που στο μεγαλύτερο ποσοστό πήραν τη θεσούλα τους γλύφοντας κατουρημένες ποδιές και κάνοντας θελήματα σε υμετέρους.  Που πούλησαν την ψήφο τους - και την ψυχή τους ακόμα - σε κάποιον από τους αμέτρητους Αρχικοπρίτες αρχηγίσκους για μια θεσούλα στα σκοτεινά και άχαρα και καφκικά γραφεία κάποιας δημόσιας υπηρεσίας. Που έχοντας πουλήσει την ψυχή τους, δεν έχουν πια συνείδηση κι έτσι ψυχροί, μίζεροι και άβουλοι απολαμβάνουν την μόνη ευχαρίστηση που τους απόμεινε: να βλέπουν την μιζέρια (τη δική τους μιζέρια) στα πρόσωπα των άλλων, που σαν επιδημία μεταδίδουν σε όσους ανυποψίαστους πολίτες πέσουν στα χέρια τους.      

Ναι ο κύριος Πάγκαλος δεν έχει δικαίωμα “δια να ομιλεί”. Και δε χρειάζεται να εξηγήσουμε εδώ τα αυτονόητα. Εμείς όμως έχουμε και δικαίωμα αλλά και καθήκον (για να χρησιμοποιήσω μια βαρύγδουπη λέξη που τόσο λατρεύει η Αριστερά), να μιλάμε και να μη μασάμε τα λόγια μας. Γιατί σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές αν κάτι πρέπει να αλλάξει είναι όλη αυτή η κοπριτο-συμπεριφορά και να εξαλειφθεί όλη αυτή η κοπριτο-λαίλαπα. Γιατί αν εμείς συνηθίσαμε και ποτέ δεν εξεγερθήκαμε ενάντια σ’ αυτή τη σαπίλα - την οποία αντιθέτως τόσο με την ανοχή, όσο και με τη συμμετοχή μας (φακελάκια, λαδώματα, κλπ) την ενισχύσαμε - θα είναι κρίμα κι άδικο να την παραδώσουμε όπως την πήραμε στα παιδιά μας. Γιατί αν μέχρι τώρα είχαμε στο κάτω-κάτω και μια δικαιολογία (πως αφού το σύστημα κουτσά στραβά λειτουργούσε το αφήναμε να τσουλάει) τώρα δεν έχουμε καμία. Με λίγα λόγια, αν αύριο, η μετά την κρίση εποχή μας βρει στην ίδια κοπριτο-κατάσταση, τότε σαν έθνος, θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας: να ζούμε μια ζωή λεηλατημένη από λογής-λογής κοπρίτες.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Απελπιστικά ανθρώπινος

Πολλά έχουν γραφτεί και γράφονται και θα συνεχίσουν να γράφονται για τον κοινωνικό άνθρωπο. Τόσα πολλά που κατάφεραν να θάψουν και να αποκρύψουν ολότελα τον “άλλο άνθρωπο”, αυτόν που εγώ αποκαλώ “συμπαντικό”. Ο κοινωνικός άνθρωπος δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τον συμπαντικό άνθρωπο που κρύβεται από τον εαυτό του. Κρύβεται καταρχάς, διαχέοντας το εγώ του στον κοινωνικό του περίγυρο και κρύβεται αποκρύπτοντας από τον εαυτό του την συμπαντική του διάσταση.

Η καλύτερη κρυψώνα του είναι οι πόλεις. Όσο πιο μεγάλες, αχανείς, πολύβουες και πολύφωτες, τόσο το καλύτερο. Οι πόλεις δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από την ψευδαίσθηση ενός ανθρώπινου σύμπαντος. Είναι το σκηνικό όπου ο άνθρωπος παίζει το θέατρο της μονομερούς ύπαρξής του, δηλαδή της μονοδιάστατης κοινωνικότητάς του. Τα μεγάλα κτίρια, ο ασίγαστος θόρυβος, ο διαρκής φωτισμός, του κρύβουν περίτεχνα τον κόσμο, σβήνουν τα ίχνη του σύμπαντος, εξαφανίζουν το αχανές και άπειρο, το σκοτεινό και ανεξερεύνητο, το πέρα από και το χωρίς όρια άγνωστο.

Μέσα στις πόλεις η συνείδηση του ανθρώπου γίνεται η συνείδηση του περίκλειστου όντος. Ή μάλλον, του αυτιστικού όντος, που αποκλεισμένο από το σύμπαν, με μια συνείδηση που κουτουλάει διαρκώς στην απαίσια σκηνογραφία του αχανούς κελιού του και του επιστρέφει αποκλειστικά ένα ανθρώπινο σύμπαν, ένα σύμπαν τεχνητό και για αυτό ψεύτικο - γυρίζει διαρκώς γύρω από τον εαυτό του.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον είναι απολύτως λογικό το ότι ο άνθρωπος έχει οριστικά απολέσει την θρησκευτικότητά του, δηλαδή την έκπληξη του μυστηριώδους κι ανεξήγητου παντός. Και δεν αναφέρομαι στην πίστη σε ένα δόγμα, αλλά στην αποδοχή του μυστηρίου, δηλαδή την αβάσταχτη φαντασμαγορία του κόσμου. Αυτός, που ως μοναδικός από όλα τα πλάσματα, στάθηκε κάποτε εκστασιασμένος μπροστά στο θαύμα του κόσμου, ρίχνοντας μια “θηριώδη εποπτική ματιά” που παρόμοιά της πλάσμα άλλο δεν έριξε, έκλεισε τελικά  τόσο τον φακό της αντίληψής του που αδυνατεί πλέον να δει πέρα από τον εαυτό του. Δηλαδή πέρα από τον κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε. Και κοιτάζοντας τον εαυτό του, δεν μπορεί πια να δει σε αυτό τίποτα το “θεϊκό”.

Ο συμπαντικός άνθρωπος, δηλαδή αυτή η μικρή κουκίδα στο αχανές σύμπαν, έχοντας πλήρη γνώση της ασημαντότητας του κατάφερε να γίνει τόσο μεγάλος - όσο δηλαδή απαιτούσε η συμπαντική του διάσταση - που έγινε δημιουργός. Αυτό το ασήμαντο ον κατάφερε να δημιουργήσει θεούς και θεότητες που έβαλαν για λογαριασμό του σε μια τάξη το άτακτο και άναρχο σύμπαν - για να τους “σκοτώσει” αργότερα και να βολευτεί στον μικρόκοσμο της ασημαντότητάς του. Σκοτώνοντας του θεούς του, έκοβε ταυτόχρονα και τον ομφάλιο λώρο που τον ένωνε με την αβάσταχτη φαντασμαγορία του κόσμου, καταργώντας έτσι μια για πάντα την συμπαντική του διάσταση και μένοντας πλέον αιωνίως ανάπηρος, αιωνίως μικρός, αιωνίως - μονοδιάστατα κοινωνικός. Δηλαδή, απελπιστικά ανθρώπινος.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Καληνύχτα



Ti en glicea tusi nifta ti en òria
C'evò e'pplonno penséonta 'ss esena
C'ettù-mpis sti ffenéstra-ssu, agàpi-mu,
Tis kardìa-mmu su nifto ti ppena.

Tι ‘ν’ γλυκιά τούτ’ η νύχτα κι ωραία
δεν κοιμάμαι και σκέφτομ‘ εσένα
στο παραθύρι σου στέκομαι αγάπη μου
της καρδιάς μου σ’ ανοίγω τον πόνο  

(η καρδιά μου πως πονάει για σένα)

Evò panta ss' esena penseo,
Jatì 'sena, psichi-mmu, 'gapò
Ma pu pao, pu sirno, pu steo
'Sti kkardìa panta sena vastò.

Εγώ πάντα σκέφτομ’ εσένα
γιατί σένα ψυχή μου αγαπώ
κι όπου πάω και σύρνω και στέκω
στην καρδιά μου πάντα σένα βαστώ


C'esù mai de' m'egàpise, òria-mu
'E ssu pònise mai pu sse mena;
Mai ce t'oria chìli-su 'en énifse,
Na mu pì loja agapi vloimena!

Μα ‘σύ ποτέ δεν μ’ αγάπησες ωραία μου
και ποτέ δεν επόνεσες για μένα
μα και τα ωραία σου χείλη δεν άνοιξες
να μου πεις λόγια αγάπης βλογημένα


ltt'ammài-ssu to mago, o glicco
‘En ghelà maija mena o ftochò
Mentre evò 'ci pu sirno, pu steo,
'Sti kkardia panta sena vastò.

Το ματάκι σ’ μαγικό και γλυκό
δεν γελά και για με τον φτωχό
μα εγώ όπου σύρω και στέκω
στην καρδιά μου πάντα εσένα βαστώ


T'asteràcia pu panu me vlùpune
Ce m'o fengo krifizzu nnomena
Ce jelù ce mu lèune: 's ton ànemo
Ta traùdia pelìs, ì chamena.

Τ’ αστεράκια π’ από πάνω με βλέπουνε
και κρυφά στο φεγγάρι μιλούν
και γελούν και μου λένε: στον άνεμο
τα τραγούδια της τρελής πάν’ χαμένα



Kalì nifta! se finno ce feo
Plaia 'su ti 'vo pirta prikò
Ma pu pao, pu sirno, pu steo
'Sti kkardìa panta sena vastò.   

Καληνύχτα σ’ αφήνω και φεύγω
πλάγιασε συ καθώς με πίκρα φεύγω εγώ
μα όπου πάω, όπου σύρνω, όπου στέκω
πάντα εσένα στην καρδιά μου κρατώ


Η μετάφραση αρκετά πρόχειρη ίσα-ίσα να βοηθήσει όσους δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα 'γκραίκικα". Αυτή η προχειρότης ας μου συγχωρεθεί...

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Η εχθρότητα ως σημείο αναφοράς

Όταν κάποτε ένας σοφός κι ευγενής άνθρωπος, καταδιωγμένος από χυδαίους και ποταπούς εχθρούς συνάντησε έναν ερημίτη-στοχαστή, τον ρώτησε γεμάτος απόγνωση γιατί οι θεοί τον τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να έχει τόσο άθλιους εχθρούς. Ο ερημίτης, αφού τον κοίταξε πρώτα καλά-καλά, του είπε: Πολλές φορές, ελλείψει σαφούς γνώσης του πεδίου, ο κάμπος νομίζει πως είναι βουνό και πως ο βόθρος είναι οι πρόποδές του. - Πώς αλλιώς θα έφταναν ως εκείνον οι αναθυμιάσεις του;

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Η έκπληξη του κόσμου είναι το ταξίδι μου

(Mε αυτό το κείμενο θέλω να καλωσορίσω μαζί σας τον καινούργιο χρόνο, με την ευχή η έκπληξη του κόσμου να συνεχίσει κι αυτή τη χρονιά να μας ταξιδεύει στους άγνωστους και απαγορευμένους τόπους - που τόσο έντεχνα μας κρύβει  η καθημερινότητα...)
 
Μουντός ο ουρανός, φορτωμένος με μαύρα σύννεφα, κολλάει στα τζάμια σαν θλιμμένο πρόσωπο και με κοιτάζει σαν να θέλει, με μια εμμονή που παίρνει τις διαστάσεις μιας μανίας, να μου μεταδώσει και μένα κάτι από την θλίψη του. Μα εγώ βρίσκομαι μακριά· μακριά από τη θλίψη, έτη φωτός μακριά από την αυτολύπηση, σε έναν κόσμο γαλήνης με κρυμμένα αποθέματα χαράς και κυρίως θαυμασμού για τα αμέτρητα πρόσωπα του κόσμου. Έχω γνωρίσει ανθρώπους της ηλικίας μου που σέρνουν σαν ανάπηρο πόδι την επωδό: ‘Τίποτα πια δεν με εκπλήσσει!’ Την ξέρω καλά αυτή την αίσθηση. Έχω πλησιάσει τόσο κοντά που με άγγιξε η παγωμένη ανάσα της. ‘Τίποτα πια δεν με εκπλήσσει.’ Έχει κάτι το μοιραίο αυτή η φράση. Μια γλυκιά μελαγχολία που μπορείς να την αλείψεις στο ψωμί σου. Μυρίζει έντονα τέλος και αποχαιρετισμό. Μυρίζει αντίο και εγκατάλειψη. Αλλά πιο πολύ και πιο έντονα μυρίζει κλεισούρα και μούχλα. Ψηλά τείχη και κλειστά παράθυρα. Βαριά ατμόσφαιρα και έλλειψη οξυγόνου. Τίποτα δεν με εκπλήσσει πια σημαίνει, το Εγώ μου στρογγυλοκάθισε στο κέντρο του κόσμου και μου κρύβει τον ορίζοντα: Αναπνέω τα χνώτα μου.

Αν κλείσεις την πόρτα στην έκπληξη, δηλαδή στο άγνωστο, ο κόσμος γίνεται μια ταινία που την βάζεις να παίζει μπρος - πίσω, μπρος - πίσω και την βλέπεις αμέτρητες φορές. Όσο και να την αγαπάς αυτή την ταινία, όσο ερωτευμένος κι αν είσαι με την ζωή σου, στο τέλος την βαριέσαι. Πραγματικά, τίποτα δεν μπορεί να σε εκπλήξει πια. Κάποτε - κάποτε, κάποιες ξεχασμένες λεπτομέρειες μπορεί να σου προσφέρουν μια στιγμιαία αίσθηση χαράς, που σβήνει γρήγορα και χάνεται στο βαθύ πηγάδι της αδιαφορίας. Κάποιοι μπερδεύουν αυτόν τον θάνατο με την γαλήνη. Κάποιοι νομίζουν πως μέσα από αυτή την σαπίλα της ακινησίας, μέσα από αυτή την μούχλα των αισθημάτων, αγγίζουν την γαλήνη. Δεν έχουν ρουθούνια να μυρίσουν την σήψη. Δεν είναι αρκετά καλοί ψυχολόγοι να διαγνώσουν την κούραση και τον φόβο - και την παράλυση που αυτός προκαλεί.

Η πραγματική γαλήνη ανοίγει διάπλατα την πόρτα των εκπλήξεων. Αφήνει ανοιχτά όλα τα παράθυρα στο άγνωστο κι η κάθε μέρα καλωσορίζει έναν καινούργιο - έναν ολοκαίνουργιο κόσμο. Η γαλήνη δεν έχει ανάγκη από βεβαιότητες. Δεν βρίσκει παρηγοριά στα αντικείμενα που βρίσκουμε ξανά στη θέση τους όταν ξυπνάμε. Δεν λέει, δόξασι ο Θεός, τίποτα δεν άλλαξε. Σήμερα το τραπέζι, το κρεβάτι, η καρέκλα, το τετράδιο, το μικρό δοχείο, το παράθυρο, τα μεγάλα δέντρα, ο ναός, μένουν ακίνητα καθώς ταξιδεύουν μαζί μου πάνω σε μια σχεδία που πλέει στο άπειρο. Όπως κι εγώ, μοιάζουν ίδια και απαράλλαχτα, μα είναι κι αυτά αλλαγμένα από το άγγιγμα του κόσμου. Μια ήρεμη ψυχή, απαλλαγμένη από την βαριά σαβούρα της συνήθειας, αναγνωρίζει αυτή την τόσο ανεπαίσθητη κι ωστόσο συνταρακτική αλλαγή - την διαισθάνεται και την αναγνωρίζει ακόμα και στα αντικείμενα.

Αγγίζω το ποτήρι και νιώθω πάνω του αυτή την μετακίνηση, αυτό το θαρραλέο βήμα του στο άγνωστο. Καταλαβαίνω πως κι αυτό, όπως και εγώ, βιώνει καρτερικά την φθορά του. Η καθημερινή τριβή στο γυαλόχαρτο του κόσμου λειαίνει τις επιφάνειες, κάνει τις αιχμές καμπύλες. Ο κόσμος αργά και σταθερά γίνεται λείος και στρογγυλός. Αυτή η λείανση των ημερών αρχίζει και μοιάζει σαν επανάληψη. Δεν έχει γωνίες αναφοράς και αιχμές για να συγκρουστεί πάνω τους ο χρόνος που γλιστράει και φεύγει. Χρειάζεται πλέον βαθύτητα, όξυνση των αισθήσεων και θάρρος, για να αντιληφθεί κανείς τις βαθύτερες και γι αυτό συνταρακτικότερες αλλαγές. Χρειάζεται κανείς σκάφανδρο για να βυθιστεί κάτω από την επιφάνεια. Χρειάζεται κανείς φτερά για να πάει λίγο πιο πάνω από τα φαινόμενα. Σήμερα το ποτήρι είναι συνταξιδιώτης μου σε αυτό το μαγικό ταξίδι στο άγνωστο που λέμε ζωή. Ζούμε μαζί, με μια αξιοθαύμαστη συνενοχή, την ίδια περιπέτεια.