Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Άγρια πανίδα

Όπως η τίγρης κι ο αετός, έτσι και το πέος, μπορεί να ζήσει και να ευδοκιμήσει μόνο σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας. Σε συνθήκες σχετικής ή/και απόλυτης σκλαβιάς, χάνει την ζωτικότητα και ενεργητικότητά του, μαραζώνει και εν τέλει, πεθαίνει πρόωρα. Η εκτεταμένη και αλόγιστη τάση του ανθρώπου να περιορίζει την άγρια αυτή πανίδα και να τη μετατρέπει από άγριο και ελεύθερο ζώον σε ήμερο κατοικίδιο, έχει καταστήσει αυτό το εξαιρετικό είδος - την αγριότητα του οποίου κάποτε τιμούσε με ειδικές φαλλικές γιορτές (τότε που ακόμα υπήρχε σε μεγάλους πληθυσμούς και εν πλήρη αφθονία πάνω στη γη) - σε είδος υπό εξαφάνιση.
Ανωνύμου

Ετικέτες: λίγο στ' αστεία, λίγο στα σοβαρά

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Που είσαι καταιγίδα;

Έχω πετρώσει

σ’ ένα σαστισμένο κόσμο
άναυδος κι εγώ
σε μια υπόκωφη οργή -
έχω πετρώσει

θέλω αντί να γράφω
να πυροβολώ
μα έχω μόνο λέξεις
που γνωρίζουν πώς
να επιστρέφουν
και να καρφώνονται μέσα μου
όπως καρφώνεται η απελπισία
στα βουβά στόματα
στα άπραγα χέρια
στα αβαθή βλέμματα
στον γλωσσοδέτη του άγνωστου μέλλοντα

των ανέργων

γιατί σιωπά η απελπισία Θεέ μου;
γιατί;
ποια λύπη νανουρίζει τις ώρες της
ποιος οδυρμός σπαράζει
το σφραγισμένο της στόμα;

που είναι το δεν πάει άλλο
και το ως εδώ;

που είσαι καταιγίδα;

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Κρυψώνα


Να κρυφτούμε για λίγο σε όνειρα στίχων και μελωδίες ξωτικών - μόνο αυτό - τούτο τον άσχημο καιρό



Τα Φλουριά

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Χριστόδουλος Χάλαρης
Πρώτη εκτέλεση: Χρύσανθος

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυποποριά
Έχασα μαντήλι μ εκατό φλουριά
Ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
Πριν αποσπερώσει να τα βρω

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
Κι είδα μες στο ήλιο στην κακοπετριά
Τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
Και τις αλυσίδες αρμαθιά

Τιναι το κισμέτι τιναι το γραφτό
Πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
Μούστησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
Και μου κλαίγαν δένδρα και πουλιά

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
Κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
Σε μεγάλο κάστρο σε βαθειά σπηλιά
Με τους πεθαμένους αγκαλιά

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
Κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
Μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
Πού΄χε δυο φιλουδια στο λαιμό

Πάρε λέει τα φίδια, βάλτα στη καρδιά
Και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
Τονα είν ο Δράκος τάλλο ο Διγενής
Άξιο τους αδέρφι να γενείς

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
Βιος μου και ρεγάλο και κληρονομιά
Μου΄φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
Δίχως να γυρεύουν πλερωμή

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
Σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
Βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
Μούδειξαν το δρόμο στη ζωή

Τώρα τι να στα λέω τι να στα μολογώ
Μάθε μόνο τούτο- πού μαθα κι εγώ
Αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
Δεν κατέχεις τίναι λευτεριά